19.12.14

ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ … ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΑΠΟΨΕ

 

Κάτι   καινούργιο  στο  Παγκράτι αλλά  και  στην  Αθήνα γενικότερα

 

 

10834077_10205621999259970_529346365_n

10841125_10205621991699781_933095197_n

10841356_10205622003380073_967505737_n

10859301_10205621992579803_1626379308_n

10846534_10205621998019939_1062695993_n

10859769_10205621998779958_241368576_n

10863621_10205622001140017_241845077_n

10866685_10205621995099866_1877643886_n

10866762_10205622012980313_326319637_n

10866855_10205622004500101_76497255_n

 

Απόψε , οι  Λισδορικιώτες αδελφοί Κώστας  και  Δημήτρης  Χαρ. Φαλίδας  εγκαινιάζουν  το  καινούργιο τους   μαγαζί  “  cafe - wine bar – restaurant “,  “ ΘΕΑΤΡΟΝ “ στολίδι του Παγκρατίου  αλλά  και της  Αθήνας  γενικότερα που  βρίσκεται στην οδό  Αρχελάου  7 .τηλέφωνο :2107231834

Η   ΣΕΛΙΔΑ  ΜΑΣ  ΕΥΧΕΤΑΙ ΚΑΛΟ  ΞΕΚΙΝΗΜΑ  ΚΑΙ  ΚΑΛΕΣ  ΔΟΥΛΕΙΕΣ

ΠΡΟΣΩ ΟΛΟΤΑΧΩΣ ΓΙΑ ΚΑΛΠΕΣ

 

 

Η ψυχρολουσία της πρώτης ψηφοφορίας για την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας (που προέβλεψε με ακρίβεια από χθες η «δημοκρατία») προκάλεσε κατήφεια στο Μαξίμου, αλλά και στις Κοινοβουλευτικές Ομάδες της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ. Και αυτό γιατί οι 160 που ψήφισαν τον Σταύρο Δήμα είναι πολύ μακριά από τους 180 που απαιτούνται, με αποτέλεσμα οι πρόωρες εκλογές να μοιάζουν σχεδόν αναπόφευκτες.

Μάλιστα, μετά το χθεσινό αποτέλεσμα ακούγονται και συγκεκριμένες ημερομηνίες για προσφυγή στις κάλπες, με πιθανότερες την 25η Ιανουαρίου και την 1η Φεβρουαρίου. Ο πρωθυπουργός, που σήμερα θα βρίσκεται στις Βρυξέλλες για τη σύνοδο κορυφής, δεν πήρε στις... αποσκευές του το αποτέλεσμα που περίμενε (πάνω από 165), ενώ και τα σενάρια για ορισμό μεταβατικής κυβέρνησης με ταυτόχρονο ορισμό ημερομηνίας εκλογών αδυνατίζουν μετά το «όχι» από Τσίπρα - Καμμένο (ο οποίος ζήτησε από τον Σαμαρά να εγκαταλείψει όχι μόνο την κυβέρνηση αλλά και τη χώρα) και Κουβέλη.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ερμήνευσαν από νωρίς χθες το απόγευμα ως κακό οιωνό την τούμπα στα σκαλοπάτια της Βουλής του υπεύθυνου Τύπου του γραφείου του προέδρου της Βουλής Τάκη Κάμπρα, την ώρα που ετοιμαζόταν να χαιρετήσει τον Αντώνη Σαμαρά. Οσα ακολούθησαν μάλλον τους επιβεβαίωσαν.
Ετσι, 160 ψήφισαν τον Σταύρο Δήμα και 135 «παρών», ενώ οι πέντε απουσίες πάγωσαν ακόμη και τους πιο συγκρατημένους της κυβέρνησης, αν και οι τέσσερις εξ αυτών, υπό προϋποθέσεις, στις επόμενες ψηφοφορίες μπορεί να ψηφίσουν θετικά. Πρόκειται για τους Γιώργο Κασαπίδη (πήγε στην κηδεία του πατέρα του), Κώστα Γιοβανόπουλο (παρέστη και ο ίδιος στην κηδεία), Ευστάθιο Μπούκουρα και Χρυσοβαλάντη Αλεξόπουλο, ενώ απουσίαζε και η Αννα Χατζησοφιά από τον ΣΥΡΙΖΑ, η οποία με επιστολή είπε ότι θα ψήφιζε «παρών», αλλά η ψήφος της δεν προσμετρήθηκε.

Οι Παναγιώτης Μελάς και Γιάννης Κουράκος δεν συντάχθηκαν με την κυβερνητική πλειοψηφία, με τον πρώτο μάλιστα να γελοιοποιείται με τις μετέπειτα δηλώσεις του.

Oι ανεξάρτητοι

Αντιθέτως, «ναι» στον Σταύρο Δήμα είπαν οι ανεξάρτητοι βουλευτές Σπ. Λυκούδης, Γρ. Ψαριανός, Γ. Νταβρής, Χ. Αηδόνης και Κατερίνα Μάρκου. Σε ό,τι αφορά τους υπόλοιπους ανεξάρτητους, οι Β. Πολύδωρας, Β. Οικονόμου, Π. Μουτσινάς, Π. Τατσόπουλος, Μ. Ανδρουλάκης, Μ. Ιατρίδη και Β. Καπερνάρος συντάχθηκαν με την αντιπολίτευση και καταψήφισαν την κυβερνητική πρόταση.

Πάντως μετά την ψηφοφορία ο Αντώνης Σαμαράς εμφανίστηκε αισιόδοξος, ευελπιστώντας ότι στις επόμενες δύο ψηφοφορίες θα υπάρξει νέος Πρόεδρος. «Είμαι βέβαιος ότι οι βουλευτές αντιλαμβάνονται ότι η χώρα δεν πρέπει να μπει σε περιπέτειες. Θέλω να ευχαριστήσω τους βουλευτές που ξεπέρασαν τους προβληματισμούς τους και ψήφισαν από σήμερα για Πρόεδρο της Δημοκρατίας» τόνισε. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας σημείωσε: «Η κινδυνολογία των τελευταίων ημερών έπεσε στο κενό. Πολύ σύντομα ο λαός μας θα είναι ο πρωταγωνιστής στις εξελίξεις. Θα υπάρξει διέξοδος». Ο Πάνος Καμμένος τόνισε ότι «το αποτέλεσμα σημαίνει εκλογές», ενώ στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Φ. Κουβέλης.

Ο Μελάς τρέλανε τους πάντες με τη στάση του
Πρόσωπο της χθεσινής βραδιάς, με απολύτως αρνητική όμως έννοια, αποδείχθηκε ο Παναγιώτης Μελάς. Ο ανεξάρτητος βουλευτής Α' Πειραιά «τρέλανε» τους πάντες με την αλλοπρόσαλλη στάση του, η οποία προκάλεσε σε άλλους θυμηδία και σε άλλους οργή.

Μολονότι τις προηγούμενες ημέρες είχε δηλώσει ότι προσανατολίζεται να στηρίξει τον Σ. Δήμα, κατά την πρώτη ψηφοφορία στη Βουλή χθες ψήφισε «παρών». Αυτό δεν ήταν τίποτε όμως μπροστά σε όσα επακολούθησαν. Σε ζωντανή τηλεοπτική σύνδεση εκλήθη να απαντήσει στην εύλογη απορία σε τι οφείλεται αυτή η αλλαγή. Και τότε ήταν που ο κ. Μελάς άφησε τους πάντως άφωνους, εισπράττοντας στη συνέχεια τα ειρωνικά σχόλια ακόμη και φιλοκυβερνητικών δημοσιογράφων. Ισχυρίστηκε λοιπόν ότι, επειδή είχε δηλώσει ότι σκέφτεται «κατά 80%» να ψηφίσει τον κ. Δήμα, με το «παρών» της

Υποστηρικτής των Μνημονίων (και) ο Ντράγκι
Με μια εκτός τόπου και χρόνου τοποθέτηση ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Μάριο Ντράγκι εμφανίζεται ένθερμος υποστηρικτής της καταστροφικής συνταγής των Μνημονίων, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε λάβει υπόψη τον κοινωνικό αντίκτυπο της δημοσιονομικής πολιτικής και έχει θέσει τις βάσεις για «διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας»!

Ο κ. Ντράγκι αγνοεί επιδεικτικά την εκτόξευση του ποσοστού των Ελλήνων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού από το 27,7% το 2010 στο 35,7% το 2013, καθώς και την εκτίναξη της ανεργίας στο 25,7% τον περασμένο Σεπτέμβριο. Απαντώντας σε ερώτηση του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Κώστα Χρυσόγονου ισχυρίζεται, λοιπόν, ότι κατά τον σχεδιασμό των Μνημονίων στην ευρωζώνη είχε ληφθεί σοβαρά υπ' όψιν ο κοινωνικός αντίκτυπος της δημοσιονομικής πολιτικής και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Ο κεντρικός τραπεζίτης της ευρωζώνης υποστηρίζει ότι η προστασία των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων αποτελεί βασικό στόχο του ελληνικού προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, αναφέρει ως παράδειγμα την καθιέρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και επιχειρεί να πείσει ότι δεν έγιναν οριζόντιες περικοπές, λέγοντας ότι οι περικοπές των συντάξεων και των μισθών του Δημοσίου ήταν μικρότερες για τα άτομα με τα χαμηλότερα εισοδήματα!

Ο κ. Ντράγκι δείχνει επίσης «κόκκινη κάρτα» στη χώρα μας για την ανομοιόμορφη πρόοδο στον τομέα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, αποδίδοντας το πρόβλημα στο γεγονός ότι «εξακολουθούν να υφίστανται ισχυρά κεκτημένα δικαιώματα και συνεχείς παρεμβάσεις στη φορολογική διοίκηση».

Αλέξανδρος Διαμάντης

http://www.dimokratianews.gr/

ΤΟ ΕΙΔΙΚΟΝ : Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΜΠΑΚΑΛΟΤΑΒΕΡΝΑ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

 

    eidikon_02

    Πίσω από τα παλιά καπνεργοστάσια του λιμανιού, σύνορα Πειραιά- Ταμπούρια θα βρεις την τελευταία αυθεντική μπακαλοταβέρνα που έχει απομείνει στον Πειραιά, το οινοπαντοπωλείο «Ειδικόν». Με το παλιό ψυγείο της «Εν Ελλάδι, 1938», τα ξύλινα σκαλιστά ράφια και το αρχοντικό μωσαϊκό που έχουν περπατήσει άσημοι και διάσημοι, ροκάδες και ρεμπέτες που τους ενώνει ένα βασικό χαρακτηριστικό, η αγάπη για την ελληνική γειτονιά στο πέρασμα των χρόνων.

    «Το οινοπαντοπωλείο άρχισε να λειτουργεί το 1920 από τον κ. Αριστείδη, γέννημα θρέμμα Πειραιώτη» μου λέει ο κ. Απόστολος, γιος του ιδρυτή και τωρινός ιδιοκτήτης του μαγαζιού. «Το πρωί δούλευε σαν μπακάλικο και το βράδυ σαν ταβέρνα. Στις 5 αξημέρωτα έρχονταν οι αμαξάδες να πιουν το κρασί τους για δύναμη και ύστερα ακολουθούσαν οι νοικοκυρές για να αγοράσουν τρόφιμα και ιδιαίτερα τα τυριά τους, καθώς το μαγαζί φημιζόταν για την γραβιέρα που ήταν δικής μας παραγωγής από το οικογενειακό τυροκομείο στη Θεσσαλία, στο Γαρδίκι Τρικάλων που είναι και η καταγωγή μας».

    Φέτος ξανάρθε και η ταμπέλα στα σωστά της μετά από 50 χρόνια «Αριστείδης Αποστόλου Παπακωνσταντίνου και Υιός» μου λέει ο Αριστείδης. «Αριστείδης εγώ και ήρθε στον κόσμο και ο γιός μου».

    Φέτος ξανάρθε και η ταμπέλα στα σωστά της μετά από 50 χρόνια «Αριστείδης Αποστόλου Παπακωνσταντίνου και Υιός» μου λέει ο Αριστείδης. «Αριστείδης εγώ και ήρθε στον κόσμο και ο γιός μου».

    eidikon_04

    «Η ιστορία του; Μακάρι να μπορούσαν να μιλήσουν τα ντουβάρια. Στην κατοχή ήταν το καταφύγιο της οικογένειας αλλά και όλης της γειτονιάς που τότε ήταν γεμάτη από παράγκες. Κάτω στο υπόγειο μαζεύονταν για να κρυφτούν και κοιμόντουσαν όλοι μαζί μέσα στα βαρέλια. Λίγο ψωμί, λίγο γάλα όλο και κάτι έβρισκε η οικογένεια για να βοηθήσει τον κόσμο. Σκληρά χρόνια που το μαρτυρούν οι τρύπες από τα βλήματα που υπάρχουν ακόμη στα στόρια του μαγαζιού, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεώτεροι».

    «Τώρα στο υπόγειο φτιάχνουμε την ρετσίνα μας και λειτουργούμε πλέον μόνο σαν ταβέρνα, σερβίροντας λίγα πιάτα και καλά από τα χεράκια της κ. Βούλας  -ντοματούλα, καλή γραβιέρα, ελιές, συκώτι και λουκάνικο από τον Κώστα Μπανταγιάννη στα Καμίνια, σαλάτα, σαρδελίτσες Λούκας, φάβα, πατάτες τηγανητές, κεφτέδες και την περίφημη ομελέτα του μαγαζιού με το κορν-μπιφ που είναι και σπεσιαλιτέ μας».

    Μεζές σουτζούκι-μεγάλο σουξέ του μαγαζιού.

    Μεζές σουτζούκι-μεγάλο σουξέ του μαγαζιού.

    Πρότυπο ψυγείο εν Ελλάδι 1938, λειτουργεί ακόμη κανονικά στο μαγαζί, απο τα πιο όμορφα κειμήλια για νοσταλγούς του παρελθόντος.

    Πρότυπο ψυγείο εν Ελλάδι 1938, λειτουργεί ακόμη κανονικά στο μαγαζί, απο τα πιο όμορφα κειμήλια για νοσταλγούς του παρελθόντος.

    «Αυτό που ξεχώριζε όμως ανέκαθεν στο μαγαζί δεν ήταν το πλούσιο φαγητό του αλλά τα γλέντια και οι χαρές που έχει ζήσει. Όλοι έχουν περάσει από εδώ κι εξακολουθούν να μας τιμούν» μου λέει ο Αριστείδης, γιος του κ. Αποστόλη. «Εφοπλιστές, νοικοκυραίοι, αρχιτέκτονες (όπως ο Γιώργος Πίττας, που έβαλε το παντοπωλείο κι εξώφυλλο στο βιβλίο του « Η Αθηναϊκή Ταβέρνα»), αείμνηστοι τραγουδιστές –ο Καζαντζίδης, ο Παπαϊωάννου, ο Τσιτσάνης που είχε ιδιαίτερη αγάπη με τον παππού- ο Νικολόπουλος, η Φωτεινή Δάρρα, ο Ξαρχάκος- έχουν τιμήσει το μαγαζί και το έχουν κάνει στέκι».

    «Συχνά από το πουθενά, μαζεύονται καμιά εικοσαριά και ξεκινούν τα τραγούδια -από ρεμπέτικα μέχρι σουίνγκ και τουίστ – και γίνεται χαμός στο μαγαζί από τον χορό με πρώτο και καλύτερο τον ξάδερφο του πατέρα μου, Γρηγόρη που είναι πρώτος χορευτής και κανείς δεν τον ξεπερνάει στο τσάρλεστον. Ανεξαρτήτως με το κοινωνικό στάτους του καθενός, γίνονται όλοι «ένα», στριμώχνονται στα τραπέζια και δεν γκρινιάζει κανείς, ή που τους λείπει «το μαζί» ή μπορεί απλά να τους ενώνει ο χώρος».

    Ο κ. Αποστόλης, πάντα χαμογελαστός -τωρινός ιδιοκτήτης και ψυχή του μαγαζιού.

    Ο κ. Αποστόλης, πάντα χαμογελαστός -τωρινός ιδιοκτήτης και ψυχή του μαγαζιού.

    eidikon_08

    Σαν στο σπίτι σου που λένε και να οι χοροί και να τα γέλια και οι μεζέδες.  Συχνά πυκνά έρχονται μηχανικοί και παίρνουν μέτρα για να τους αντιγράψουν χωρίς να καταλαβαίνουν πως η επιτυχία του μαγαζιού δεν έχει να κάνει τόσο με την διακόσμηση και την αρχιτεκτονική του χώρου αλλά με την ενέργεια, τις αναμνήσεις και τις χαρές που έχουν ποτίσει τον χώρο «ευτυχία». Φέτος ξανάρθε και η ταμπέλα στα σωστά της μετά από 50 χρόνια «Αριστείδης Αποστόλου Παπακωνσταντίνου και Υιός» μου λέει ο Αριστείδης. «Αριστείδης εγώ και ήρθε στον κόσμο και ο γιός μου, δυναμώνοντας με τον ερχομό του, το όνειρό μου, να αναβιώσει το παντοπωλείο μας και να κρατηθεί γερό κι αγνό για πολλά χρόνια ακόμη, για να προσφέρει στον κόσμο ωραίες στιγμές και διασκέδαση που θυμίζει έντονα «Ελλάδα».

    Οινοπαντοπωλείο Tο Ειδικόν, Ψαρών 38 και Σαλαμίνος, Πειραιάς, τηλ. 210 4612.674. Κάθε μέρα από τις 11.30-23.00, εκτός Κυριακής. Η περιοχή είναι τέλεια για παρκάρισμα.

    Το εξωτερικό του Ειδικόν.

    Το εξωτερικό του Ειδικόν.

    eidikon_07eidikon_03eidikon_12eidikon_10eidikon_18eidikon_16eidikon_14

    popaganda.gr

     πίσω στα παλιά

    “ ΕΦΥΓΕ “ Η ΒΙΡΝΑ ΛΙΖΙ

     

    Σε ηλικία 78 ετών

    Η Ιταλίδα ηθοποιός Βίρνα Λίζι, η οποία είχε βραβευθεί στις Κάννες για τον ρόλο της στην ταινία "Βασίλισσα Μαργκό" του Πατρίς Σερό, έφυγε από τη σε ηλικία 78 ετών, μετέδωσε σήμερα το ιταλικό πρακτορείο ειδήσεων ANSA επικαλούμενο τον γιό της.


    Ξανθιά καλλονή γεννημένη το 1936 στην Ανκόνα (κεντρική Ιταλία), η Βίρνα Περαλίζι, όπως ήταν το αληθινό της όνομα, γύρισε δεκάδες ταινίες στην Ιταλία, τη Γαλλία, αλλά και στο Χόλιγουντ και συμπρωταγωνίστησε με τους μεγαλύτερους ηθοποιούς της γενιάς της, από τον Αλέν Ντελόν μέχρι τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι.
    Άρχισε την καριέρα της πολύ νέα, σε ηλικία 17 ετών το 1953, αλλά χρειάσθηκε να περιμένει ως το 1994 για να τιμηθεί στις Κάννες με το βραβείο καλύτερης ερμηνείας για το ρόλο της Αικατερίνης των Μεδίκων στη "Βασίλισσα Μαργκό".
    Η τελευταία εμφάνισή της στον κινηματογράφο χρονολογείται από το 2002 στην ταινία "Η ωραιότερη ημέρα της ζωής μου", που είχε γυριστεί από την κόρη του Λουίτζι Κομεντσίνι, την Κριστίνα.
    Συνέχισε ωστόσο την καριέρα της στην τηλεόραση γυρίζοντας πολλές ιταλικές σειρές.
    Στη φιλμογραφία της περιλαμβάνεται επίσης ο πρώτος γυναικείος ρόλος στην ταινία "Πώς να δολοφονήσετε τη γυναίκα σας" με τον Τζακ Λέμον, μια ταινία που γυρίσθηκε το 1965 από τον Ρίτσαρντ Κουίν.

    http://www.protothema.gr/

     πίσω στα παλιά

    ΤΣΑΡΛΣ ΝΤΙΚΕΝΣ–ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ



    ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΛΕΪ

    Παραμονὴ Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω ἀπ᾿ τὸ γραφεῖο του, ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ δούλευε ἀσταμάτητα. Τὸ δωμάτιο ἦταν μᾶλλον κρύο, γιατί τὰ λιγοστὰ κάρβουνα στὴ σόμπα δὲν ζέσταιναν ἀρκετά. Ὄχι ὄχι ἔλειπαν τοῦ Σκροῦτζ τὰ χρήματα γιὰ ν᾿ ἀγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Ἀλλὰ ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ ἦταν ἕνας φοβερὸς τσιγκούνης! Στὸ διπλανὸ δωμάτιο, χωρὶς θερμάστρα, ἐργαζόταν ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ, ὁ κλητήρας του, ποὺ ἔτρεμε ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν παγωνιά. Ξαφνικὰ ἡ πόρτα ἄνοιξε κι ἕνας χαμογελαστὸς ἄντρας μπῆκε στὸ γραφεῖο.
    «Θεῖε, Καλὰ Χριστούγεννα!».
    «Κακά, ψυχρὰ κι ἀνάποδα...» γκρίνιαξε ὁ Σκροῦτζ.
    «Θεῖε μου, μὴ μουτρώνεις. Ἦρθα νὰ σὲ καλέσω γιὰ τὸ μεσημέρι», εἶπε ὁ Φρέντ, ὁ ἀνιψιός του.
    Ἀλλὰ ὁ Σκροῦτζ ἀρνήθηκε τὴν πρόσκληση. Ποτέ του δὲν γιόρταζε τὰ Χριστούγεννα. Τὰ θεωροῦσε χάσιμο χρόνου. Ὅμως ἡ ἀπάντηση τοῦ Σκροῦτζ δὲ χάλασε τὸ κέφι τοῦ Φρέντ. Ἔφυγε χαμογελαστός, ἀφοῦ προηγουμένως ἀντάλλαξε εὐχὲς μὲ τὸν Μπὸμπ Κράτσιτ.
    Λίγα λεπτὰ ἀργότερα χτύπησαν τὴν πόρτα. Ὁ ὑπάλληλος ἔτρεξε ν᾿ ἀνοίξει. Παρουσιάστηκαν δυὸ κύριοι.
    «Ἐδῶ εἶναι ἡ ἑταιρεία Σκροῦτζ καὶ Μάρλεϊ;» ρώτησε ὁ πρῶτος.
    «Ὁ συνέταιρός μου, ὁ Μάρλεϊ, πέθανε σὰν ἀπόψε πρὶν ἀπὸ ἑφτὰ χρόνια», τοῦ ἀπάντησε ψυχρὰ ὁ Σκροῦτζ.
    «Τὰ συλλυπητήρια μου», εἶπε ὁ δεύτερος.
    «Ἐμεῖς κάνουμε ἔρανο γιὰ τοὺς φτωχούς. Αὔριο, ποὺ ξημερώνει μέρα χαρᾶς, ὑπάρχουν, δυστυχῶς, ἄνθρωποι ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τὴν πείνα. Μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴ συνδρομή σας;».
    Ὁ γέρο-σπαγκοραμμένος δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ξοδέψει οὔτε μία πένα γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς συνανθρώπους του καὶ ἀπάντησε ἀρνητικὰ στοὺς δυὸ ἐπισκέπτες.
    Ἐκεῖνοι ἔφυγαν ἀπογοητευμένοι, χωρὶς νὰ τὸν πιέσουν περισσότερο.
    Νύχτωσε. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ κλείσει τὸ γραφεῖο. Ὁ Σκροῦτζ φόρεσε τὸ παλτὸ καὶ τὸ καπέλο του καὶ πῆρε στὸ χέρι τὸ μπαστούνι του. Μὲ τὴ σειρά του, ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ ἑτοιμάστηκε κι αὐτὸς νὰ φύγει.
    «Ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλεις νὰ δουλέψεις αὔριο», τοῦ εἶπε ὁ Σκροῦτζ μὲ δυσφορία. Ὁ Μπὸμπ κούνησε καταφατικὰ τὸ κεφάλι.
    «Ἂ-ἂ-ἂν δὲ σᾶς πειράζει, κύ-κύ-κύριε Σκροῦτζ», τραύλιζε ὁ καημένος ὁ Μπόμπ.
    «Δὲ μοῦ ἀρέσει νὰ σὲ πληρώνω ὅταν δὲν ἐργάζεσαι», τὸν διέκοψε ὁ Σκροῦτζ. «Πάντως, μεθαύριο θὰ πιάσεις ἀπὸ νωρὶς δουλειά!».
    Ὁ Μπὸμπ τὸν εὐχαρίστησε κι ἔτρεξε ἔξω νὰ βρεῖ κάτι παιδάκια ποὺ διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στὸν παγωμένο δρόμο.
    Ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα, ὁ Σκροῦτζ ἔφαγε, ὅπως συνήθως, μόνος του σὲ μιὰ γειτονικὴ ταβέρνα.
    Ἔπειτα, τράβηξε γιὰ τὸ σπίτι του. Τὸ κτίριο ὅπου ἔμενε βρισκόταν στὴν ἄκρη ἑνὸς στενοῦ καὶ σκοτεινοῦ δρόμου. Τὸ παλιὸ καὶ φθαρμένο διαμέρισμα ἀνῆκε κάποτε στὸ συνέταιρό του, τὸν Τζὰκ Μάρλεϊ.
    Ὁ Σκροῦτζ ἔβγαλε τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ ξεκλειδώσει τὴν ἐξώπορτα. Τὸ ρόπτρο, ἂν καὶ μεγάλο, δὲν εἶχε τίποτα τὸ ἰδιαίτερα ὄμορφο πάνω του. Κι ὅμως, ἐκείνη τὴ βραδιὰ ἔμοιαζε λουσμένο σ᾿ ἕνα ἀπόκοσμο φῶς. Ὁ Σκροῦτζ, πραξενεμένος, ἔσκυψε νὰ ἐξετάσει καλύτερα... καὶ τότε ἀντίκρισε τὸ πρόσωπο τοῦ Μάρλεϊ νὰ τὸν κοιτάζει!.. Τὴν ἑπόμενη στιγμὴ ὅμως ξανάγινε ἕνα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ὁ Σκροῦτζ μπῆκε στὸ διαμέρισμα, μαντάλωσε τὴν πόρτα πίσω του καὶ προχώρησε στὴ σάλα.
    Στὴ συνέχεια, ἔβγαλε τὸ παλτό του, φόρεσε τὶς παντόφλες του καὶ κάθησε μπροστὰ στὸ τζάκι. Πάνω στὴ σχάρα τρεμόσβηναν λίγες ἀδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, ἀπ᾿ τὴ μεριὰ τῆς ἀποθήκης ἄκουσε νὰ σέρνονται βαριὲς ἁλυσίδες. Μέσα ἀπὸ τὴν κλειστὴ πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιὰ καί, αἰωρούμενη, ἦρθε καὶ στάθηκε στὴ μέση του δωματίου. Τούτη τὴ φορὰ δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἀμφιβολία. Ἦταν τὸ φάντασμα τοῦ παλιοῦ συνεταίρου τοῦ Σκροῦτζ, ποὺ εἶχε πεθάνει ἀκριβῶς πρὶν ἑφτὰ χρόνια. Ὁ γέρος δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει στὰ μάτια του.
    «Ποιὸς εἶσαι;» ψιθύρισε.
    «Ποιὸς ἤμουν!» τὸν διόρθωσε τὸ φάντασμα. «Ἤμουν ὁ Τζὰκ Μάρλεϊ, ὁ συνέταιρός σου. Δὲ μὲ θυμᾶσαι;».
    Τὸ φάντασμα τοῦ Μάρλεϊ κάθησε στὴν ἀγαπημένη του πολυθρόνα. Ὁ Σκροῦτζ, ποὺ κόντευε νὰ λιποθυμήσει ἀπὸ τὸ φόβο του, τὸν ρώτησε ἱκετευτικά: «Τζάκ, πές μου, τί θέλεις;».
    «Βλέπεις αὐτὲς τὶς ἁλυσίδες;» τὸν ρώτησε τὸ φάντασμα. «Κάθε κρίκος τους ἀντιπροσωπεύει καὶ μία ἄσχημη κουβέντα τῆς ζωῆς μου. Ὅσο γιὰ τὰ βαριὰ χρηματοκιβώτια ποὺ σέρνω; Εἶναι τὰ πλούτη ποὺ συγκέντρωσα καὶ δὲν τὰ χρησιμοποίησα σωστά. Ὅλα αὐτὰ θέλω νὰ τὰ σκεφτεῖς σοβαρὰ καὶ νὰ δεῖς καὶ τὴ δική σου ζωὴ ἀλλιῶς, Σκροῦτζ!». Τὸ φάντασμα σώπασε γιὰ λίγο κι ὕστερα συνέχισε:
    «Ἦρθα νὰ σὲ προειδοποιήσω. Ἔχεις ἀκόμη μιὰ εὐκαιρία νὰ γλιτώσεις ἀπὸ τὴ δική μου μοίρα, θὰ ἔρθουν τρία πνεύματα. Τὸ πρῶτο θὰ σὲ ἐπισκεφθεῖ ἀπόψε, στὴ μία μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ δεύτερο αὔριο, τὴν ἴδια ὥρα. Καὶ τὸ τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει τὸ ρολόι δώδεκα. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία σου ἐλπίδα!..».
    Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Μάρλεϊ ξαναέφυγε γιὰ νὰ συναντήσει τὰ ἄλλα φαντάσματα ποὺ περιπλανιοῦνται ἀσταμάτητα στὶς ὁμίχλες τῆς αἰωνιότητας. Ἐξαντλημένος ὁ Σκροῦτζ, ἔπεσε χωρὶς νὰ γδυθεῖ στὸ κρεβάτι του κι ἀποκοιμήθηκε ἀμέσως.

    ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

    Ἦταν ἀκόμη σκοτάδι ὅταν ξύπνησε ὁ Σκροῦτζ. Νόμισε πὼς τὸ ρολόι εἶχε σταματήσει, θυμόταν ὅτι ἔπεσε νὰ κοιμηθεῖ μετὰ τὶς δυό. Τὸ ρολόι χτύπησε μία ἀκριβῶς.
    Ἀμέσως, μιὰ λάμψη δυνατὴ πλημμύρισε τὴν κρεβατοκάμαρα. Ὁ Σκροῦτζ ἀνασηκώθηκε καὶ τότε εἶδε ἐμπρός του μιὰ περίεργη ὀπτασία. Εἶχε τὸ ἀνάστημα, τὸ πρόσωπο, τὰ χέρια ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ, ἀλλὰ τὰ μαλλιά της ἦταν ὁλόλευκα ὅπως ἑνὸς γέρου. Ἀπὸ τὸν ὦμο, πάνω ἀπὸ τὸ λευκό, κοντὸ χιτώνιό της, κρεμόταν μιὰ γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο τοῦ χειμῶνα.
    «Μὴ φοβᾶσαι», τοῦ εἶπε ἡ ὀπτασία. «Εἶμαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Παρελθόντος κι ἦρθα νὰ σὲ βοηθήσω».
    Πῆρε τὸν Σκροῦτζ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ παράθυρο.
    Ὁ Σκροῦτζ φοβήθηκε μήπως πέσει, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸν ἐνθάρρυνε νὰ πετάξει μαζί του πάνω ἀπὸ στέγες καὶ ἀγρούς. Κι ἦταν πρωὶ ὅταν ἔφτασαν σὲ μία μικρὴ ἐπαρχιακὴ πόλη.
    «Μά, ἐδῶ πέρασα τὰ παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε κατάπληκτος ὁ Σκροῦτζ.
    «Ἔ, τότε, θὰ ξέρεις τὸ δρόμο γιὰ νὰ ἔρθεις ἐδῶ», τὸν ρώτησε τὸ Πνεῦμα.
    «θὰ μποροῦσα νὰ τὸν βρῶ μὲ κλειστὰ μάτια», ἀπάντησε ἐκεῖνος.
    «Κι ὅμως, δείχνεις σὰν νὰ ἔχεις ξεχάσει ἀκόμη καὶ τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ τόπου», παρατήρησε αὐστηρὰ τὸ Πνεῦμα.
    Ὕστερα βάδισαν πάνω στὸ χιονισμένο δρόμο συναντώντας φυσιογνωμίες γνωστές. Ἀγρότες μὲ τὶς ἅμαξες, παιδιὰ μὲ τ᾿ ἀλογάκια τους. Ὁ Σκροῦτζ τοὺς θυμόταν ὅλους. Τοὺς φώναξε μάλιστα μὲ τὰ ὀνόματά τους. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀπάντησε!
    «Εἶναι μόνο σκιές», τοῦ ἐξήγησε τὸ Πνεῦμα, «δὲν μᾶς βλέπουν».
    Ὁ Σκροῦτζ χάρηκε πολὺ ποὺ ξαναεῖδε φίλους καὶ γνωστοὺς ἀπὸ τὰ νιᾶτα του. Καὶ τούτη ἡ χαρὰ ἦταν πρωτόγνωρη γι᾿ αὐτόν. Σὲ λίγο, οἱ δυὸ ταξιδιῶτες ἔφτασαν σ᾿ ἕνα χωριουδάκι. Μπῆκαν σ᾿ ἕνα μεγάλο κτίριο χτισμένο ἀπὸ τοῦβλα. Στὸ ἐσωτερικὸ ἀντίκρισαν σειρὲς θρανία. Ἦταν σχολεῖο μὲ οἰκότροφους μαθητές, ποὺ σπούδαζαν μακριὰ ἀπὸ τὶς οἰκογένειές τους.
    Σὲ κάποιο θρανίο, ἕνα μοναχικὸ ἀγόρι, καθόταν καὶ διάβαζε. Κατὰ τρόπο μαγικό, οἱ ἥρωες τοῦ βιβλίου πρόβαλαν ἐμπρὸς στὸ παιδὶ - ὁ Ἀλῆ Μπαμπᾶ μὲ τὴν ἀνατολίτικη φορεσιά του, ὁ Ροβινσῶν Κροῦσος μὲ τὸν παπαγάλο του στὸν ὦμο, κι ἄλλοι πολλοί. Στὴν ἀρχὴ ὁ Σκροῦτζ ἐνθουσιάστηκε βλέποντας τοὺς ἥρωες τῶν σχολικῶν του χρόνων. Ἔπειτα, ὅμως, κατάλαβε. Τὸ μοναχικὸ ἀγόρι, μὲ μοναδικὴ παρέα τὰ βιβλία, ἦταν ὁ ἑαυτός του. Κάθησε, τότε, σ᾿ ἕνα θρανίο καὶ ἔκλαψε πικρά.
    «Πᾶμε τώρα νὰ ἐπισκεφτοῦμε κάποια ἄλλα Χριστούγεννα», τοῦ πρότεινε τὸ Πνεῦμα.
    Καθὼς μιλοῦσε, παρατήρησε ὅτι τὸ παιδὶ μεγάλωσε κι ἔγινε ἔφηβος. Ὁ Σκροῦτζ ἤξερε πολὺ καλὰ ὅτι ὁ νεαρὸς ἦταν πάλι μόνος. Οἱ ἄλλοι μαθητὲς θὰ ἐπέστρεφαν στὰ σπίτια τους γιὰ τὶς διακοπές.
    Ξαφνικά, ἡ πόρτα ἄνοιξε. Μιὰ νέα καὶ ὄμορφη κοπέλα μπῆκε τρέχοντας στὴν αἴθουσα. Ἦρθε καὶ τὸν ἀγκάλιασε.
    «Ἀδελφούλη μου», τοῦ φώναξε. «Ἦρθα νὰ σὲ πάρω. Θὰ πᾶμε στὸ σπίτι νὰ γιορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα!».
    «Στὸ σπίτι, Φάντ;» ρώτησε ὁ νεαρὸς Σκροῦτζ.
    «Ναί, ζήτησα ἀπὸ τὸν πατέρα νὰ σ᾿ ἀφήσει νὰ ξαναγυρίσεις γιὰ πάντα στὸ σπίτι. Συμφώνησε. Δὲ θὰ ξαναπᾶς ἐσωτερικὸς στὸ σχολεῖο!», τοῦ ξαναφώναξε χαρούμενη.
    «Εἶναι πολὺ γλυκιὰ μὲ χρυσή, μὲ χρυσὴ καρδιά», σχολίασε τὸ Πνεῦμα. «Νομίζω ὅτι πέθανε νέα, πάνω στὴ γέννα!».
    «Ναί...» ἀπάντησε σκεφτικὸς ὁ Σκροῦτζ.
    Βγῆκαν ἀπὸ τὸ σχολεῖο καὶ περιπλανήθηκαν στοὺς δρόμους. Οἱ βιτρίνες τῶν καταστημάτων ἦταν στολισμένες γιὰ τὰ Χριστούγεννα. Τὸ Πνεῦμα στάθηκε ἐμπρὸς σ᾿ ἕνα κατάστημα καὶ ρώτησε τὸν Σκροῦτζ ἂν τὸ ἀναγνωρίζει. Ἐκεῖνος κούνησε τὸ κεφάλι καὶ εἶπε: «Ἐδῶ πρωτοεργάστηκα σὰν μαθητευόμενος!».
    Μπῆκαν μέσα. Ἕνας ἡλικιωμένος κύριος καθόταν στὸ γραφεῖο.
    «Αὐτὸς εἶναι ὁ γερό-Φέζιβικ!.. Ὁ γερό-Φέζιβικ ἀναστημένος!..» φώναξε μ᾿ ἐνθουσιασμὸ ὁ Σκροῦτζ.
    Ἐκείνη τὴ στιγμή, ὁ νεαρὸς Σκροῦτζ κι ἕνας ἄλλος μαθητευόμενος μπῆκαν στὴν αἴθουσα.
    «Μαζέψτε τα ὅλα», τοὺς εἶπε ὁ Φέζιβικ, «νὰ ἑτοιμάσουμε τὴ γιορτή!».
    Οἱ μαθητευόμενοι δὲν περίμεναν νὰ τὸ ἀκούσουν δεύτερη φορά. Πρὶν προλάβει ὁ γέρο-Σκροῦτζ ν᾿ ἀνοιγοκλείσει τὰ μάτια, ὅλα ἦταν καθαρὰ καὶ τακτοποιημένα. Σὲ λίγο ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν οἱ καλεσμένοι. Ἡ γιορτὴ εἶχε ὀργανωθεῖ γιὰ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Φέζιβικ.
    Σύντομα ἡ μουσικὴ καὶ ὁ χορὸς ἄναψαν τὸ κέφι γιὰ τὰ καλά. Προσφέρθηκαν γλυκίσματα καὶ ποτά. Ἦταν πιὰ ἀργὰ ὅταν ξεκίνησαν νὰ φύγουν οἱ καλεσμένοι. Ὁ κύριος καὶ ἡ κυρία Φέζιβικ ἕσφιξαν τὰ χέρια ὅλων καὶ τοὺς εὐχήθηκαν «Καλὰ Χριστούγεννα!». Ἕσφιξαν τὰ χέρια ἀκόμη καὶ τῶν νεαρῶν μαθητευομένων πρὶν πᾶνε στὰ κρεβάτια τοὺς στὸ πίσω μέρος τοῦ καταστήματος. Ὁ γέρο-Σκροῦτζ ἔδειχνε ξετρελαμένος καθὼς παρακολουθοῦσε αὐτὴ τὴ σκηνή. Ἔνιωθε τόση χαρά, λὲς καὶ συμμετεῖχε πραγματικὰ στὴ γιορτή. Ἀργὰ τὴ νύχτα τὸ Πνεῦμα καὶ ὁ Σκροῦτζ ἄκουσαν τοὺς μαθητευομένους νὰ κουβεντιάζουν ξαπλωμένοι στὰ κρεβάτια τους. Παίνευαν τὸ γέρο-Φέζιβικ καὶ τὸν εὐγνωμονοῦσαν γιὰ τὴν ὡραία γιορτὴ ποὺ τοὺς ἑτοίμασε.
    «Καὶ τοῦ κόστισε μόνο τρεῖς ἢ τέσσερις λίρες», σχολίασε κάπως εἰρωνικὰ τὸ Πνεῦμα. «Ἔξοδο ποὺ ἄξιζε τὸν κόπο!». «Τὸ κόστος δὲν ἦταν ὑλικό», διαμαρτυρήθηκε ὁ Σκροῦτζ. «Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ χρήματα, ἡ γιορτὴ θὰ εἶχε ἐπιτυχία γιατί ὁ Φέζιβικ ἦταν καλὸς ἄνθρωπος καὶ πάντοτε ἀκτινοβολοῦσε χαρὰ κι εὐτυχία!».
    Ξαφνικὰ ὁ Σκροῦτζ ἔκοψε τὴν κουβέντα του ἀπότομα.
    «Τί σοῦ συμβαίνει;» τὸν ρώτησε τὸ Πνεῦμα. «Μήπως ἔγινε κάτι ποὺ σὲ τάραξε;».
    «Ὄχι, τίποτα... Νά, θὰ ἤθελα μόνο νὰ ἔχω πεῖ κάτι στὸν κλητήρα μου».
    Ἡ σκηνὴ ἄλλαξε. Τώρα ὁ Σκροῦτζ ἦταν πλέον ὥριμος ἄντρας. Καὶ μία νέα γυναίκα ἐγκατέλειπε τὸ σπίτι. Ἔκλαιγε ἡ καημένη, βουβά. Γύρισε καὶ τοῦ εἶπε:
    «Κάποτε ἤμασταν φτωχοὶ ἀλλὰ εὐτυχισμένοι. Τώρα σὲ κυβερνᾶ τὸ πάθος σου γιὰ τὸ χρῆμα!».
    «Μά, μεταξύ μας, τίποτα δὲν ἄλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ὁ Σκροῦτζ.
    «Ἐγὼ ἔμεινα ἡ ἴδια. Ἐσὺ ὅμως ἄλλαξες. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ παντρευτῶ. Σοῦ εὔχομαι κάθε εὐτυχία στὴ σταδιοδρομία ποὺ διάλεξες».
    Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἡ γυναίκα βγῆκε στὸ δρόμο, ἐνῶ ὁ ἄντρας δὲ δοκίμασε νὰ τὴ σταματήσει.
    «Πνεῦμα», φώναξε ὁ γέρο-Σκροῦτζ, «σταμάτα νὰ μὲ βασανίζεις, θέλω νὰ γυρίσω στὸ σπίτι. Δὲν ἀντέχω τὶς δυσάρεστες ἀναμνήσεις».
    Μέσα σε μία στιγμὴ πέρασαν χρόνια. Καὶ ξαναεῖδαν τὴ νέα γυναίκα. Τώρα γελοῦσε τρισευτυχισμένη με τὴν κόρη της. Σὲ διαφορετικὲς περιστάσεις θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ παιδὶ τοῦ Σκροῦτζ. Ὁ πατέρας μπῆκε στὸ δωμάτιο. Ἡ μικρὴ ἔτρεξε καὶ τὸν φίλησε. Ἀγκαλιάστηκαν καὶ οἱ τρεῖς ἐμπρὸς στὸ ἀναμμένο τζάκι.
    «Δὲν τὸ ἀντέχω», μούγκρισε ὁ γερο-Σκροῦτζ μὲ φωνὴ σπασμένη. Καὶ στράφηκε ἀπελπισμένος πρὸς τὸ Πνεῦμα, ποὺ μέσα στὴν ὁλοφώτεινη ἀνταύγεια τοῦ ἔμοιαζε σὰν νὰ εἰρωνεύεται τὴν ἀπελπισία του. Σὲ λίγο ἡ ὀπτασία τοῦ Πνεύματος ἄρχισε ν᾿ ἀπομακρύνεται καὶ νὰ σβήνει σιγὰ-σιγά, μέχρι ποὺ ἐξαφανίστηκε τελείως. Ὁ Σκροῦτζ ἔνιωσε ἀφάνταστα κουρασμένος. Τὰ μάτια τοῦ βάρυναν. Ξαναγύρισε στὴν κρεβατοκάμαρά του. Μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ ξαπλώσει στὸ κρεβάτι κι ἔπεσε σὲ ὕπνο βαθύ.

    ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ

    Ὅταν ξύπνησε ὁ Σκροῦτζ, τὸ ρολόι χτυποῦσε μία. Μιὰ κατακόκκινη λάμψη ἐρχόταν ἀπ᾿ τὴ σάλα. Σηκώθηκε, φόρεσε τὴ ρόμπα του καὶ πῆγε νὰ δεῖ τί συμβαίνει. Ἡ σάλα εἶχε μεταμορφωθεῖ! Ἀπὸ τὸ πάτωμα ὡς τὸ ταβάνι ἦταν στολισμένη μὲ κισσό, λιόπρινο καὶ ἰξό. Στὸ τζάκι ἔκαιγε μία ζωηρὴ φωτιὰ καὶ στὴ γωνιὰ ὑψωνόταν ἕνας τεράστιος σωρὸς ἀπὸ φαγητὰ-γαλοποῦλες, χῆνες, πατάτες, μῆλα, καρύδια - ἐνῶ πάνω στὴν κορυφὴ καθόταν χαμογελαστὸς ἕνας γίγαντας μ᾿ ἕνα δαυλὸ ἀναμμένο στὸ ἀριστερό του χέρι.
    «Εἶμαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Παρόντος», τοῦ φώναξε φιλικά. «Ἔλα!». Ὁ Σκροῦτζ παρατήρησε τὸ Πνεῦμα. Ἦταν ντυμένο μ᾿ ἕνα μακρὺ λευκὸ χιτώνα. Καὶ πάνω στὰ μακριὰ μαῦρα του μαλλιὰ φοροῦσε ἕνα στεφάνι ἀπὸ λιόπρινο.
    «Πήγαινε μὲ ὅπου θέλεις», ξερόβηξε ὁ Σκροῦτζ. «Πῆρα ἤδη μερικὰ μαθήματα ἀπ᾿ τὸ συνάδελφό σου. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ παρακολουθήσω καὶ τὰ δικά σου».
    «Τότε πιάσου ἀπὸ τὸν ποδόγυρο τοῦ χιτῶνα μου», ἀπάντησε ὁ γίγαντας.
    Ἡ χαρούμενη σάλα, ἡ διακόσμηση, τὰ φαγητά, ὅλα ἐξαφανίστηκαν.
    Βρέθηκαν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ὑπαλλήλου του, τοῦ Μπὸμπ Κράτσιτ καὶ κοίταξαν ἀπὸ τὸ παράθυρο. Ἡ κυρία Κράτσιτ καὶ οἱ τρεῖς κόρες της φοροῦσαν παλιὰ φθαρμένα φορέματα, στολισμένα ὅμως μὲ κορδέλες γιὰ τὴ γιορτή, καὶ κάθονταν στὸ τραπέζι. Ξαφνικά, μπῆκαν τρέχοντας δυὸ ἀγοράκια.
    «Μυρίσαμε γαλοπούλα ψητή! Τί καλά! Μοσχοβολᾶ ἀπὸ τὸ δρόμο!» φώναξαν μὲ ἐνθουσιασμό. Πίσω τοὺς ἐρχόταν ὁ πατέρας τους. Στοὺς ὤμους του κουβαλοῦσε τὸ μικρότερο γιό του, τὸν Τίμ. Τὸν ἀπέθεσε προσεκτικὰ στὸ πάτωμα. Τὸ παιδὶ ἦταν ἄρρωστο καὶ βάδιζε μὲ δεκανίκι.
    Κάθησαν ὅλοι στὸ γιορτινὸ τραπέζι. Ἡ μικρὴ γαλοπούλα μοιράστηκε πολὺ προσεκτικὰ ὥστε νὰ φτάσει γιὰ ὅλους. Πάντως ἡ σκηνὴ ἦταν χαρούμενη. Οἱ δυὸ γονεῖς πρόσεχαν ἰδιαίτερα τὸν ἀνάπηρο Τίμ. Ἕνα χαμόγελο φώτισε τὸ χλωμό του προσωπάκι.
    «Πνεῦμα», ρώτησε μὲ ξαφνικὸ ἐνδιαφέρον ὁ Σκροῦτζ, «ὁ μικρὸς Τὶμ θά... ζήσει ἀκόμη γιὰ πολύ;».
    «Χμμ... τὸν περιβάλλουν σκιές. Ἂν τὸ μέλλον δὲν τὶς μεταβάλει, τὸ παιδάκι θὰ πεθάνει! Ἀλλὰ ἐσένα τί σὲ νοιάζει; Ἕνα στόμα λιγότερο σὲ τοῦτο τὸν πυκνοκατοικημένο κόσμο. Ἔτσι δὲν εἶναι;».
    Ὁ Σκροῦτζ τότε θυμήθηκε ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε ἐπαναλάβει πολλὲς φορὲς αὐτὴ τὴ φράση. Καὶ κατέβασε τὸ κεφάλι ντροπιασμένος.
    Ξαφνικά, χωρὶς τὸ Πνεῦμα νὰ προσθέσει ἄλλη λέξη, βρέθηκαν στὸ σπίτι τοῦ ἀνιψιοῦ του. «Ὁ θεῖος Σκροῦτζ μᾶς θεωρεῖ τρελοὺς ποὺ γιορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα. Κι ἔτσι, ἀρνήθηκε νὰ φάει μαζί μας σήμερα», εἶπε ὁ Φρέντ.
    «Τί ἀπαίσιος ἄνθρωπος», ἀναστέναξε ἡ γυναίκα του ὑποτιμητικὰ καὶ οἱ καλεσμένοι κούνησαν τὰ κεφάλια γιατί συμφώνησαν μαζί της. Ἀλλὰ ὁ Φρὲντ πρόσθεσε πικραμένος: «Ἐγώ, πάντως, λυπᾶμαι εἰλικρινὰ ποὺ ὁ θεῖος ἔχασε μία εὐκαιρία νὰ χαρεῖ. Καὶ τώρα, παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲ βρίσκεται μαζί μας, θὰ ἤθελα νὰ τοῦ ἐκφράσω τὶς καλύτερες εὐχές μου». Κι ἀμέσως σήκωσε τὸ ποτήρι καὶ ἤπιε στὴν ὑγειὰ τοῦ θείου του.
    Γρήγορα ὅμως ἡ χαρούμενη ὁμήγυρη ξέχασε τὸν Σκροῦτζ. Ἔπαιξαν μουσική, χόρεψαν, διασκέδασαν μὲ παντομίμα. Ὁ Σκροῦτζ, ποὺ τόσο τοῦ ἄρεσε αὐτὸ τὸ παιχνίδι, συμμετεῖχε ὅλο χαρά, ξεχνώντας ὅτι κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὸν δεῖ ἢ νὰ τὸν ἀκούσει. Τὸ Πνεῦμα τὸν παρακολουθοῦσε κι ἔμοιαζε νὰ τὸ γλεντάει μαζί του. Ἀλλὰ σύντομα ἦρθε ἡ ὥρα νὰ φύγουν. «Ἔχουμε νὰ ἐπισκεφτοῦμε πολλὰ μέρη ἀκόμη ὥσπου νὰ περάσει ἡ νύχτα», εἶπε τὸ Πνεῦμα.
    Καὶ ὁδήγησε τὸν Σκροῦτζ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι. Περπάτησαν μέσα στὸ κρύο καὶ στὸ χιονόνερο, σὲ βρωμερὰ στενὰ καὶ δρομάκια περίεργα, κι ἀκόμη κάτω ἀπὸ τὶς σκοτεινὲς γέφυρες τῆς πόλης. Ἐκεῖ ὁ Σκροῦτζ εἶδε δυστυχισμένους ἀνθρώπους πού, κολλημένοι σφιχτὰ ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλον, προσπαθοῦσαν νὰ ζεσταθοῦν. Ἀνάμεσα τοὺς τριγύριζαν παιδάκια ποὺ ζητιάνευαν φαγητὸ ἀπ᾿ τοὺς περαστικούς. Κάπου μακριά, ἕνα ρολόι σήμανε μεσάνυχτα.
    Ὁ Σκροῦτζ, τρομοκρατημένος ἀπ᾿ τὴν τόση ἀθλιότητα, ἀναζήτησε τὸ γιγάντιο Πνεῦμα. Ἀλλὰ ἐκεῖνο εἶχε ἐξαφανιστεῖ.

    ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

    Σὲ λίγο, ἕνα ἄλλο φάντασμα, τυλιγμένο στὴν ὁμίχλη, προχώρησε ἀργὰ πρὸς τὸν Σκροῦτζ. Παρατήρησε ὅτι τὸ Πνεῦμα αὐτὸ φοροῦσε μία τεράστια μαύρη κάπα καὶ μία κουκούλα ποὺ τοῦ ἔκρυβε ἐντελῶς τὸ πρόσωπο. Ὁ Σκροῦτζ παραλίγο νὰ λιποθυμήσει ἀπὸ τὸν τρόμο του.
    «θὰ πρέπει νὰ εἶσαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τί μοῦ ἐπιφυλάσσει τὸ μέλλον; Ἴσως ν᾿ ἀλλάξω... Εἶμαι ἕτοιμος νὰ σὲ ἀκολουθήσω».
    Παρὰ τὰ γενναῖα του λόγια, ὁ Σκροῦτζ φοβόταν τόσο πολὺ αὐτὸ τὸ φάντασμα, ὥστε τὰ πόδια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν. Δὲν μποροῦσε νὰ κάνει βῆμα. Τὸ Πνεῦμα παρέμεινε ἀκίνητο περιμένοντας ὑπομονετικὰ τὸν Σκροῦτζ μέχρι νὰ συνέλθει. Ἔπειτα κινήθηκε ἀθόρυβα. Καὶ ὁ Σκροῦτζ τὸ ἀκολούθησε σὰν νὰ τὸν τύλιξε ἡ κάπα τοῦ Πνεύματος, ποὺ τὸν παρέσυρε στὸ ἄγνωστο.
    Κοσμοσυρροὴ καὶ ὀχλαγωγία στὸ χρηματιστήριο. Τὸ Πνεῦμα μὲ τὸν Σκροῦτζ ἀνάμεσα στοὺς χρηματιστὲς καὶ στοὺς ἐμπόρους. «Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος ἀπὸ τὸ πλῆθος. «Χθὲς βράδυ, νομίζω», ἀπάντησε ἕνας ἄλλος. «Δὲν πιστεύω νὰ πάτησε κανεὶς στὴν κηδεία του», σχολίασε ἕνας τρίτος. «Ἐπιτέλους ξεκουμπίστηκε... Τὸν σιχαίνονταν ὅλοι!».
    Ὁ Σκροῦτζ ἔνιωσε οἶκτο γι᾿ αὐτὸν ποὺ μιλοῦσαν. Ἀναρωτήθηκε γιὰ ποιὸ λόγο νὰ τὸν ἔφερε τὸ Πνεῦμα σὲ τοῦτο τὸ μέρος. Ἔπειτα ἀναγνώρισε κάποιον ἄλλο χρηματιστὴ στὴ συνηθισμένη του θέση. Μάταια ὅμως ἔψαξε νὰ βρεῖ καὶ τὸν ἑαυτό του.
    «Ἴσως», σκέφτηκε, «ὁ Σκροῦτζ τοῦ μέλλοντος θὰ παρατήσει τὶς συναλλαγὲς καὶ θὰ στραφεῖ πρὸς ἄλλες δραστηριότητες...».
    Γύρισε νὰ ρωτήσει τὸ Πνεῦμα. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ἐξακολουθοῦσε νὰ σωπαίνει. Σήκωσε μόνο τὸ χέρι καὶ ἔδειξε μὲ τὸ μακρύ του δάχτυλο πρὸς κάποια κατεύθυνση. Ἦταν καιρὸς νὰ συνεχίσουν τὸ ταξίδι τους. Ὁ γέροντας ἔνιωσε νὰ διαπερνᾶ τὴ ραχοκοκαλιά του κρύος ἱδρώτας.
    Ἔφτασαν σὲ μία κακόφημη γειτονιὰ τῆς πόλης. Ὁ Σκροῦτζ δὲν εἶχε ξαναπατήσει τὸ πόδι του ἐκεῖ. Στὴν ἄκρη ἑνὸς βρώμικου στενοῦ βρισκόταν ἕνα ἄθλιο καταγώγιο-φωλιὰ λωποδυτῶν! Μέσα, τρεῖς κλέφτες, ἕνας ἄντρας καὶ δυὸ γυναῖκες, μὲ τρύπια ροῦχα, μοιράζονταν τὴ λεία τους. Οἱ πεταμένες πάνω στὸ πάτωμα κουρτίνες ἦταν ἴδιες μ᾿ ἐκεῖνες τῆς κρεβατοκάμαρας τοῦ Σκροῦτζ.
    «Καλὰ ποὺ κάναμε καὶ τὰ ἁρπάξαμε», κακάρισε ἡ μία γυναίκα. «Ἔτσι κι ἀλλιῶς, κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὰ πράγματά του», πρόσθεσε ὁ ἄντρας.
    «Ἂ τὸ γέρο-τσιγκούνη», ἔβρισε ἡ ἄλλη γυναίκα. «Ἂν ἦταν ἐντάξει ἄνθρωπος, κάποιος θὰ βρισκόταν δίπλα του τὴν ὥρα ποὺ πέθαινε». Ὁ Σκροῦτζ παρακολουθοῦσε ἀηδιασμένος τὴν κουβέντα τους. «Πνεῦμα», φώναξε. «Πᾶμε νὰ φύγουμε, σὲ παρακαλῶ, ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπαίσιο μέρος». Ἀλλὰ ἡ σιωπὴ τοῦ Πνεύματος τοῦ πάγωσε τὸ αἷμα.
    «Πνεῦμα», κλαψούρισε ὁ Σκροῦτζ, «βοήθησέ με νὰ ξεχάσω τούτη τὴ θλιβερὴ σκηνή. Πήγαινέ με σ᾿ ἕνα μέρος ὅπου οἱ ἄνθρωποι μιλοῦν εὐγενικὰ γιὰ τοὺς νεκρούς...».
    Τὸ Πνεῦμα τὸν ὁδήγησε τότε σὲ δρόμους γνωστούς, πίσω στὸ σπίτι τοῦ Μπὸμπ Κράτσιτ. Ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του ἦσαν ὅλοι μαζεμένοι γύρω ἀπὸ τὴ φωτιά. Ὅμως τὸ φτωχικὸ δωμάτιο ἦταν παράξενα σιωπηλό.
    «Δὲ θὰ ἀργήσει ὁ πατέρας σας», εἶπε ἡ κυρία Κράτσιτ. «Ἔχει καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», εἶπε κάποιο ἀπὸ τὰ παιδιά. «Τοῦτες τὶς μέρες βαδίζει πιὸ ἀργά».
    «Ἄχ!» ἀναστέναξε ἕνα ἄλλο. «Ὅταν κουβαλοῦσε τὸν Τὶμ στοὺς ὤμους ἐρχόταν τρεχάτος γιὰ τὸ σπίτι».
    Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ μπῆκε στὸ σπίτι. Εἶχε τὰ μάτια κατακόκκινα σὰν νὰ εἶχε κλάψει. Χαιρέτησε ὅμως τρυφερὰ ἕνα-ἕνα τὰ παιδιά του. Ἔπειτα εἶπε: «Ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ ξεχάσουμε τὸ μικρούλη μας τὸν Τίμ, ἔτσι; Ἡ ἀνάμνηση τοῦ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς εὐγενείας του θὰ μᾶς κρατήσει γιὰ πάντα ἑνωμένους!».
    «Ναί! Ναί!» φώναξαν τὰ παιδιά. «Ἔ, τότε, μὲ κάνετε νὰ νιώθω εὐτυχισμένος», ἀπάντησε ὁ Μπὸμπ «πολὺ εὐτυχισμένος!».
    Ἀγκαλιάστηκαν ὅλοι. Καὶ δάκρυα γέμισαν τὰ μάτια τοῦ Σκροῦτζ.
    «Πνεῦμα», εἶπε ὁ Σκροῦτζ, «σὲ λίγο θὰ χωρίσουμε. Δὲ θὰ μοῦ ἐξηγήσεις τὸ νόημα ὅλων αὐτῶν; θὰ ἤθελα νὰ δῶ καὶ τὴ δική μου πορεία στὸ μέλλον».
    Ξαναβγῆκαν στὸ δρόμο καὶ προχωρώντας, βρέθηκαν ἔξω ἀπὸ τὸ γραφεῖο τοῦ Σκροῦτζ. Τὸ Πνεῦμα δὲν εἶχε πρόθεση νὰ σταματήσει. Τὸ μακρύ του δάχτυλο ἔδειχνε ἐμπρός.
    «Σὲ παρακαλῶ, ἄφησε μὲ μία στιγμὴ νὰ δῶ πῶς θὰ εἶμαι στὸ μέλλον», ἱκέτευσε ὁ Σκροῦτζ. Τὸ Πνεῦμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ὁ Σκροῦτζ κοίταξε ἀπὸ τὸ παράθυρο. Ἀναγνώρισε τὸ γραφεῖο του, ἀλλὰ ἡ ἐπίπλωση δὲν ἦταν πλέον ἡ δική του καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ καθόταν στὴν πολυθρόνα δὲν ἦταν ὁ Σκροῦτζ! Τὸ Πνεῦμα, ἀμίλητο πάντα, προχώρησε. Ὁ Σκροῦτζ ἀκολούθησε τὰ βήματά του. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἔφτασαν σὲ μία καγκελόπορτα. Ὁ Σκροῦτζ γούρλωσε τὰ μάτια. Ἦταν τὸ νεκροταφεῖο. Τὸ Πνεῦμα πῆγε καὶ στάθηκε ἐμπρὸς ἀπὸ ἕναν τάφο. Ὁ Σκροῦτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στὴν ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο τὸ ὄνομά του: «ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ».
    «Μά, τότε, στὸ χρηματιστήριο θὰ πρέπει νὰ μιλοῦσαν γιὰ μένα», κλαψούρισε, «καὶ οἱ κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, τὸ δικό μου σπίτι!».
    «Πνεῦμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δὲν θέλω νὰ τελειώσει ἔτσι ἡ ζωή μου. Μπορῶ... θέλω νὰ τὴν ἀλλάξω. Τὰ μαθήματα τῶν τριῶν πνευμάτων δὲν θὰ πᾶνε χαμένα. Μπορεῖς νὰ ἀλλάξεις τὸ μέλλον μου;».
    Πάνω στὴν ἀγωνία τοῦ ὁ Σκροῦτζ ἀγκάλιασε τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τὴ μέση. Ἀλλὰ ἡ κάπα ἦταν ἄδεια -τὸ Πνεῦμα ἔγινε ἀτμός- καὶ ὁ Σκροῦτζ ἀγκάλιαζε στὴν πραγματικότητα τὸ κάγκελο τοῦ κρεβατιοῦ του! Ναί, τοῦ δικοῦ του κρεβατιοῦ! Βρισκόταν πάλι στὴν κρεβατοκάμαρά του. Ἀνακουφισμένος ἀπὸ τὴν ἀγωνία, κλαίγοντας καὶ γελώντας, ἔτρεξε νὰ ἀγγίξει τὶς κουρτίνες. Ἦταν ἐκεῖ, στὴ συνηθισμένη τοὺς θέση. Βάλθηκε νὰ χοροπηδᾶ σ᾿ ὅλο τὸ σπίτι γεμάτος εὐτυχία. Ὅλα ἦταν στὴ θέση τους! Τίποτα δὲν εἶχε ἀλλάξει! Καὶ τὴ μεγάλη του χαρὰ διέκοψαν μόνο οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ χτυποῦσαν χαρούμενες σ᾿ ὅλη τὴν πόλη.

    ΤΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ

    Ὁ Σκροῦτζ ἔτρεξε κι ἄνοιξε τὸ παράθυρο. Ὁ ἥλιος ἔλαμπε. Τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό, ἀλλὰ τὸ πρωινὸ εὐχάριστο. «Τί ἡμέρα εἶναι σήμερα;», ρώτησε ἕνα ἀγόρι ποὺ περνοῦσε ἀπέξω. «Σήμερα ἔχουμε Χριστούγεννα!».
    «Ἂ τότε, δὲν τὰ ἔχασα», φώναξε ὁ Σκροῦτζ. «Τὰ πνεύματα ἔκαναν τὴ δουλειὰ τοὺς μέσα σε μία μόνο νύχτα!».
    «Ἀγόρι μου», ξαναεῖπε στὸ παιδί. «Τρέξε, σὲ παρακαλῶ, στὸ χασάπη καὶ πές του νὰ μοῦ φέρει τὴ μεγαλύτερη γαλοπούλα του. Θὰ σοῦ χαρίσω ἕνα σελίνι, ἴσως καὶ τρία, ἂν ἐπιστρέψεις μέσα σὲ πέντε λεπτά».
    Τὸ παιδὶ δὲ δίστασε στιγμή. Ἔτρεξε γρήγορα καὶ ξαναγύρισε λαχανιασμένο, παρέα μὲ τὸν κρεοπώλη, ποὺ κουβαλοῦσε μία τεράστια γαλοπούλα.
    «Θὰ τὴ στείλω στὸν Μπὸμπ Κράτσιτ», κρυφογέλασε ὁ Σκροῦτζ, «χωρὶς νὰ μάθει ποιὸς τοῦ τὴ δώρισε».
    Τὸ πουλὶ ἦταν τόσο βαρύ, ὥστε ὁ Σκροῦτζ ἀναγκάστηκε νὰ καλέσει ἕνα ἁμάξι γιὰ νὰ τὸ μεταφέρει ὡς τὸ σπίτι τοῦ κλητῆρα του. Ὁ Σκροῦτζ, χαμογελώντας, πλήρωσε τὸ ἀγοράκι, τὸ χασάπη καὶ τὸν ἁμαξᾶ. Ἔνιωθε ὑπέροχα.
    Ὁ Σκροῦτζ ἔκανε τὸ μπάνιο του, φόρεσε ἕνα καθαρὸ κοστούμι καὶ βγῆκε περίπατο. Βάδιζε μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὴ ράχη, παρατηρώντας τοὺς περαστικούς. Ὅλοι ἦταν χαρούμενοι. Μερικοὶ τοῦ εὐχήθηκαν «Καλὰ Χριστούγεννα!». Ὁ Σκροῦτζ ὁμολόγησε ὅτι ποτὲ δὲν εἶχε ἀκούσει πιὸ εὐχάριστα λόγια. Στὸ δρόμο συνάντησε ἕναν ἀπὸ τοὺς δυὸ κυρίους ποὺ τὴν προηγουμένη τὸν εἶχαν ἐπισκεφθεῖ γιὰ νὰ τοῦ ζητήσουν τὴ βοήθειά του γιὰ τοὺς φτωχούς.
    «Καλέ μου κύριε», τοῦ φώναξε «πῶς εἶστε;».
    Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος πλησίασε, ὁ Σκροῦτζ τοῦ ψιθύρισε κάτι στὸ αὐτί. Ἐκεῖνος τὸν κοίταξε κατάπληκτος. «Μιλᾶτε σοβαρά, κύριε Σκροῦτζ;» φώναξε. «Μὰ εἶστε πολὺ γενναιόδωρος!». «Μὴ μὲ εὐχαριστεῖτε», τοῦ ἀπάντησε ὁ Σκροῦτζ. «Κάντε μόνο τὸν κόπο νὰ περάσετε μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς μέρες, ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ σύντομα, ἀπὸ τὸ γραφεῖο μου. Θὰ εἶναι δική μου εὐχαρίστηση!».
    Στὸ τέλος, ὁ Σκροῦτζ κατέληξε ἐμπρὸς στὸ σπίτι τοῦ ἀνιψιοῦ του. Δίστασε γιὰ λίγο στὸ κεφαλόσκαλο. Ἀλλὰ μετὰ πῆρε τὴν ἀπόφαση καὶ χτύπησε τὸ κουδούνι. Ἡ ὑπηρέτρια τοῦ ἄνοιξε τὴν πόρτα.
    «Τὸ ἀφεντικό σου εἶναι μέσα;» τὴ ρώτησε.
    «Μάλιστα, κύριε. Περᾶστε. Κάθεται ἤδη μὲ τὴ σύζυγό του καὶ τοὺς καλεσμένους στὸ τραπέζι, θὰ σᾶς δείξω...».
    «Δὲ χρειάζεται, καλή μου», τῆς ἀπάντησε ὁ Σκροῦτζ. «Γνωρίζω πολὺ καλὰ αὐτὸ τὸ σπιτάκι». Ἄνοιξε σιγανὰ τὴν πόρτα τῆς τραπεζαρίας καὶ ἔχωσε τὸ κεφάλι μέσα.
    «Φρέντ», ρώτησε, «μπορῶ νὰ περάσω;».
    «Ποιὸς εἶναι;» ρώτησε ἔκπληκτος ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Σκροῦτζ γυρνώντας τὸ κεφάλι του.
    «Ὁ θεῖος σου ὁ Σκροῦτζ», τοῦ ἀπάντησε. «Ἦρθα γιὰ τὸ χριστουγεννιάτικο τραπέζι ποὺ μὲ κάλεσες!».
    Ὁ Φρὲντ καὶ ἡ γυναίκα του χάρηκαν πολὺ ποὺ τελικὰ ὁ Σκροῦτζ ἀποφάσισε νὰ τοὺς κάνει τὴν τιμή. Καὶ ἡ γιορτὴ ἐξελίχτηκε θαυμάσια. Τὸ γεῦμα ἦταν νοστιμότατο. Ἀκολούθησαν μουσικὴ καὶ χορός. Ἔπαιξαν διάφορα διασκεδαστικὰ παιχνίδια καὶ φυσικὰ παντομίμα. Ἀλλὰ τὸ καλύτερο ἀπ᾿ ὅλα ἦταν ἐκείνη ἡ ξέφρενη χαρὰ ποὺ ἔνιωθε μέσα του ὁ Σκροῦτζ.
    Τὴν ἑπομένη, ὁ Σκροῦτζ πῆγε πολὺ νωρὶς στὸ γραφεῖο. Ἤθελε νὰ κάνει ἔκπληξη στὸν κλητήρα του, ποὺ ἤξερε ὅτι θὰ ἀργοῦσε νὰ φανεῖ στὴ δουλειά. Καὶ πράγματι, ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ ἦρθε λίγο πρὶν τὶς δέκα. Κάθησε ἀθόρυβα στὴ θέση του, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ Σκροῦτζ δὲ θὰ ἔπαιρνε εἴδηση τὴν καθυστέρησή του.
    «Ἄαα!» γκρίνιαξε τότε ὁ Σκροῦτζ προσπαθώντας νὰ μιμηθεῖ τὸ γνωστὸ κακότροπο ὕφος του. «Τί σημαίνει πάλι αὐτό;».
    «Συ-συ-συγγνώμη, κύριε», τραύλισε ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ, «δὲν πρόκειται νὰ ξαναργήσω».
    «Καὶ πῶς μπορεῖς νὰ δίνεις τέτοιες ὑποσχέσεις;» τοῦ εἶπε μουτρωμένος ὁ Σκροῦτζ. Ὁ Μπὸμπ ἄρχισε νὰ τρέμει. Φοβήθηκε τὴν ἀπόλυση.
    «Πάντως, γιὰ τούτη τὴ φορά...» συνέχισε ὁ Σκροῦτζ «νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σοῦ αὐξήσω τὸ μισθό σου!».
    Κατάπληκτος ὁ Μπὸμπ σκέφτηκε νὰ τρέξει γιὰ βοήθεια. Νόμισε ὅτι ὁ ἐργοδότης του τρελάθηκε!
    «Καλὰ Χριστούγεννα, ἀγόρι μου», τοῦ εἶπε τότε ἤρεμος καὶ χαμογελαστὸς ὁ Σκροῦτζ, μὲ τρόπο τόσο εἰλικρινῆ, ὥστε τελικὰ τὸν ἔπεισε ὅτι τὰ εἶχε τετρακόσια. «Καὶ ὄχι μόνο θὰ σοῦ κάνω αὔξηση, ἀλλὰ θὰ βοηθήσω καὶ τὴν οἰκογένειά σου. Πήγαινε, ὅμως, πρῶτα σὲ παρακαλῶ, νὰ ἀγοράσεις κι ἄλλα κάρβουνα, θὰ ζεσταθοῦμε καλὰ κι ἔπειτα καθισμένοι δίπλα στὴ φωτιὰ θὰ συζητήσουμε ὅλες τὶς λεπτομέρειες.
    Ὁ Σκροῦτζ κράτησε τὸ λόγο του. Καὶ σύντομα ὁ μικρὸς Τὶμ ξεπέρασε τὴν ἀρρώστια, ἀπέκτησε δυνάμεις κι ἔγινε ἕνα γελαστὸ καὶ ὄμορφο ἀγόρι, ποὺ ὁ Σκροῦτζ τὸ φρόντισε σὰν νὰ ἦταν δικό του παιδί. Ὁ πρώην τσιγκούνης ἔγινε πολὺ γενναιόδωρος κι ἦταν πάντα εὐγενικός με ὅλους. Μερικοὶ βέβαια τὸν κορόιδεψαν γιὰ τὴ μεταβολὴ τοῦ χαρακτήρα του. Ἀλλὰ ὁ Σκροῦτζ δὲν ἐνοχλήθηκε γιατί, ὅπως εἶπε πολὺ σοφά: «Καλύτερα νὰ σὲ περιγελοῦν παρὰ νὰ σὲ περιφρονοῦν!».
    Ὁ Σκροῦτζ δὲν ξαναεῖδε τὰ πνεύματα. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅπως λένε, δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος ποὺ νὰ γιορτάζει καλύτερα τὰ Χριστούγεννα ἀπὸ τὸν Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ.
    http://users.uoa.gr

     πίσω στα παλιά

    EN AΘΗΝΑΙΣ …ΠΑΛΙΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ


    Η στοά Φέξη εκεί στα Χαυτεία παλιά ήταν το κέντρο των Χριστουγεννιάτικων στολιδιών και των ψεύτικων Χριστουγεννιάτικων δέντρων.
    Χαμός...κοσμοσυρροή στολίδια για όλα τα βαλάντια....
    Η ποικιλία μεγάλη και τα παιδιά με δυσκολία τα κρατούσαν οι γονείς για να μην κάνουν ζημιά.
    Η παραπάνω παλιά διαφήμιση είναι χαρακτηριστική...δείχνει την ποικιλία...
    Κάποια στολίδια θα χρειαζότανε κάθε χρόνο η οικογένεια....
    Παλιές εικόνες Χριστουγεννιάτικες....
    Στην περιοχή της Ομόνοιας έβλεπες να κυκλοφορούν άνθρωποι φορτωμένοι ....
    Στην Αθηνάς χαμός προς την Βαρβάκειο...
    Άλλοι για να αγοράσουν άλλοι για να κάνουν έρευνα αγοράς....
    Φτωχομάνα η περιοχή ....
    Τι να θυμηθείς.....
    Το μαγαζί που πουλούσε παπούτσια σε χαμηλές τιμές με διπλή σόλα για να αντέχουν και δύσκολα τα έφερνες βόλτα τον πρώτο καιρό...άσε που σου τα αγόραζαν καναδυό νούμερα μεγαλύτερα βάζοντας μπροστά στα δάχτυλα βαμβάκι και φυσικά διπλό φελένιο πάτο.
    Το πρώτο βράδυ ήθελες να κοιμηθείς με τα καινούργια παπούτσια.
    Αυτήν την γιορτινή ατμόσφαιρα στην Αιόλου με τους πάγκους με παιχνίδια.... ημερολόγια...καζαμίες....
    Στην Σταδίου σοβάρευαν τα πράγματα...
    Στολισμένες βιτρίνες με ρούχα ...παπούτσια....για μεγαλύτερα βαλάντια... χρυσοχοεία με κόσμο μέσα ...σήμερα ακούγεται αστείο.
    Έβλεπες να βγαίνουν από τα μαγαζιά φορτωμένοι με πακέτα με εορταστικές συσκευασίες καλοντυμένοι με καμηλό καμπαρντίνες και να μπαίνουν στο ταξί ή στο δικό τους αυτοκίνητο που τους άνοιγε την πόρτα ο οδηγός.
    Σου άρεσε αυτή η χλιδή δεν στενοχωριόσουνα είχες μάθει και είχες δει χειρότερες καταστάσεις από την δική σου.




    Άφησα για το τέλος τους τροχονόμους με τα δώρα που τους πήγαιναν οι εταιρείες και τα μοιραζόντουσαν.

    πίσω στα παλιά

    ΤΟ “ ΛΙΔΩΡΙΚΙ “ ΣΑΣ ΕΥΧΕΤΑΙ ΟΛΟΨΥΧΑ ..

    Λιδορικι χριστούγεννα  2014

         WWW.LIDORIKI.COM

       H  kαθημερινή  σας  ..συντροφιά